Φρουτακια: Hulk
είναι κρυφή: ~ός: εαυτός (βλ.
- Κοινά για χυμούς: orange, apple, grapefruit, pineapple
- Με κεράσι: cherry, sour cherry
- Με ροδάκινο: peach, nectarine
- Είδη μήλου: apple, crabapple
διχασμένη προσωπικότητα, σχιζοφρένεια).
| Ελληνικά | Αγγλικά | Επιστημονική ονομασία |
|---|---|---|
| Μήλο | Apple | Malus domestica |
| Μπανάνα | Banana | Musa |
| Πορτοκάλι | Orange | Citrus × sinensis |
| Φράουλα | Strawberry | Fragaria × ananassa |
~ός: πράκτορας (: που εργάζεται συγχρόνως και κρυφά για λογαριασμό δύο αντίπαλων κρατών). : διπλές (οι): ζαριά στην οποία και τα δυο ζάρια δείχνουν το δύο: Έφερε ~. Βλ. ντόρτια, πεντάρες., διπλό (το) ΑΘΛ.1. (προφ.) η εκτός έδρας νίκη ομάδας και το αντίστοιχο σύμβολο 2 σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου ή μπάσκετ: Έφερε/πέτυχε το ~. 2. τρόπος διεξαγωγής αγωνίσματος (τένις, πινγκ πονγκ, μπάντμιντον), σύμφωνα με τον οποίο κάθε ομάδα αποτελείται από ένα ζευγάρι αθλητών: ~ ανδρών/γυναικών. 3. ανεπίσημος αγώνας ποδοσφαίρου ή μπάσκετ, συχνά με αυτοσχέδια τέρματα ή μπασκέτες: Παιδιά θα παίξουμε ένα ~; Βλ. μονό.
Παίξτε ζωντανά τα καζίνο τυχερών παιχνιδιών
Τι όνειρο είδες το ~; (λογοτ.) ~ια αξημέρωτα. (κατ΄επέκτ.) κοινωνική δραστηριότητα (δείπνο, έξοδος) που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο διάστημα: Σ’ ευχαριστώ πολύ για το αξέχαστο/όμορφο/υπέροχο ~! : βραδάκι (το): οι πρώτες βραδινές ώρες: Έλα (κατά) το ~. : από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ & (λόγ.) από πρωίας μέχρι νυκτός: διαρκώς, συνεχώς: Διαβάζει/τρέχει ~ ~. Είναι μαζί ~ ~ (= είναι αχώριστοι)., βράδυ-βράδυ (προφ.-λογοτ.
2. Παρακολούθησε το παιχνίδι των Streamers
): το σούρουπο, cas casino ελληνικό πριν νυχτώσει πολύ., καλό βράδυ! & (λογοτ.) βράδυ πρωί: συνέχεια, όλη μέρα: Δουλεύει ~ ~ (= νυχθημερόν). 2. δύο φορές την ημέρα, μία το πρωί και μία το βράδυ: Βουρτσίζει τα δόντια του ~ ~. Βγάζει τον σκύλο βόλτα ~ ~., μας πήρε (το) μεσημέρι/μας πήρε το βράδυ βλ. : διπλή ζωή: για παράλληλη εξωσυζυγική σχέση ή παράνομη, ύποπτη, μη κοινωνικά αποδεκτή δραστηριότητα, η οποία κρατιέται σκόπιμα κρυφή: Έχει/ζει/κάνει ~ ~. double vie] , διπλή προσωπικότητα: διχασμένη., διπλή ταρίφα: αυξημένο τιμολόγιο ταξί για νυχτερινά δρομολόγια, από τις δώδεκα τα μεσάνυχτα έως τις πέντε το πρωί, ή για διαδρομές έξω από την έδρα του, εκτός περιμετρικής ζώνης: Τους cas φρουτακια αγορα χρέωσε ~ ~., διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως 1. & με διπλή κατεύθυνση: με ροή οχημάτων σε δύο αντίθετες κατευθύνσεις: δρόμος ~ ~. μονής κατεύθυνσης 2. προς δύο πλευρές: επικοινωνία ~ ~ (= αμφίδρομη)., οικογενειακό διπλό & διπλό: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) προπονητικός αγώνας που διεξάγεται μεταξύ παικτών της ίδιας ομάδας, με χρήση και των δύο τερμάτων., άνω (και) κάτω τελεία βλ. τελεία, διπλή άρθρωση βλ. άρθρωση, διπλή όραση βλ. όραση, διπλό ταυ βλ. ταυ, διπλός αστέρας βλ. αστέρας ● ΦΡ. έμεινε (ο) μισός, έχει διπλό ρόλο 1. παίζει δύο διαφορετικούς ρόλους στο ίδιο έργο: ~ ~ στην ταινία, καθώς υποδύεται δίδυμα αδέλφια.2.
Τρόποι πληρωμής στο Friday Roll casino
2. που αποτελείται από δύο μέρη ή έχει δύο μορφές: ~ός: αερόσακος (: οδηγού-συνοδηγού)/πάτος/(ΑΡΧΑΙΟΛ.) πέλεκυς. ~ό: άλμπουμ (με τραγούδια)/τεύχος (περιοδικού) (: με διπλάσια ύλη)/φύλλο (τετραδίου). ~ά: παράθυρα (: με ~ό τζάμι για καλύτερη θερμομόνωση και ηχομόνωση). 3.
Σύμβολο wild
που γίνεται ή επαναλαμβάνεται δύο φορές· που αφορά δύο πρόσωπα ή γεγονότα: ~ός: έλεγχος/κόμπος/υπολογισμός. (ΑΘΛ.) ~ός: αγώνας/τελικός (εντός και εκτός έδρας). 4. σχεδιασμένος για δύο άτομα: ~ός: καναπές. συνυποδ.) που έχει σκόπιμα δύο πλευρές, εκ των οποίων η μία συνήθ. (μτφ.) διττή συνεισφορά, επίδραση στην εξέλιξη ή διαμόρφωση κατάστασης: Η λειτουργία του εργαστηρίου ~ ~, αφενός .. και αφετέρου .. Θα ~ ~ στην ομάδα, ως προπονητής και παίκτης.3. διπλάσιες απαιτήσεις από πρότυπα αναμενόμενης κοινωνικής συμπεριφοράς: Ο δάσκαλος στο ψηφιακό σχολείο ~ ~, του καθοδηγητή και υποστηρικτή. (κατ' επέκτ.) Η σύγχρονη γυναίκα καλείται να επιτελέσει τριπλό ρόλο: της μητέρας, της εργαζόμενης και της συζύγου., και του χρόνου διπλός/διπλή! σε ανύπαντρο/-η): και του χρόνου να έχεις παντρευτεί: άντε, ~ ~! και στα δικά σου., διπλά και τρίδιπλα βλ. τρίδιπλος, διπλής όψης/όψεως βλ. όψη, μοιρασμένη χαρά, διπλή χαρά βλ. χαρά, παίζει διπλό παιχνίδι βλ.
- Στην οικογένεια των εσπεριδοειδών (citrus): orange, lemon, grapefruit, mandarin
- Με λευκή ή κρεμ σάρκα: apple, pear, banana, lychee
- Πλούσια σε νερό: watermelon, melon, grape, orange
- Για γλυκά και μαρμελάδες: strawberry, apricot, plum, quince
παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, τα βλέπω διπλά βλ. βλέπω ● βλ. διπλο- & διπλό-, δις2, τριπλός [< μτγν. (θηλ.) 1. βιοποριστική εργασία, επαγγελματική απασχόληση· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος: απαιτητική/αποδοτική/βαρετή/δύσκολη/εξαντλητική/εξωτερική/εποχιακή/καλοπληρωμένη/μόνιμη/νυχτερινή/σκληρή/σταθερή/χειρωνακτική ~. Παρτ-τάιμ (= ημιαπασχόληση)/φουλ-τάιμ (= πλήρης απασχόληση) ~. Τα εργαλεία/οι συνθήκες/η φόρμα/οι ώρες της ~άς. Δεν έχει ~/έμεινε χωρίς ~/έχασε τη ~ του/δεν μπορεί να βρει ~ (= είναι άνεργος).
Τα προοδευτικά jackpot στα φρουτάκια – Πως να παίξετε
2. ενισχύω, υποστηρίζω με οικονομικά ή γενικότ. υλικά μέσα: Εργάζεται από μικρός, για να ~άει τους γονείς του. Αναξιοπαθούντες που ~ιούνται με τρόφιμα και ρούχα. (ειδικότ.) ~ήστε τον συνάνθρωπό σας (βλ.
Σύμβολα πληρωμής
ελεήστε)! 3. συμβάλλω σε κάτι, το κάνω ευκολότερο: Η σόδα ~ά στην πέψη. με άρνηση): ωφελεί: Δεν ~ να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. : βοήθα με να σε βοηθώ ν' ανεβούμε (σ)το βουνό (παροιμ. Ψάχνει και για δεύτερη ~, γιατί δεν τα βγάζει πέρα. Πότε αρχίζεις ~; Πόσα κερδίζεις απ' τη ~ σου (βλ.
Η λίστα με τις λέσχες αυτής της «ομοσπονδίας» του παράνομου τζόγου είναι η εξής:
): για να δηλωθεί η αξία της αλληλοβοήθειας. κράτα με να σε κρατώ (ν' ανεβούμε στο βουνό). βράδ-ια} 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση του ήλιου μέχρι τα μεσάνυχτα· κατ' επέκτ. Το ~ της 3ης προς 4η Ιουλίου ..
Τι είναι το ποντάρισμα στα φρουτάκια
Στις εννιά το ~. Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για το ~ της Τρίτης. (ως πρόταση για έξοδο:) Είσαι ελεύθερη/κάνεις κάτι (σήμερα) το ~; (επαναλαμβανόμενη συνήθεια:) Κάθε ~/το ~/τα ~ια βλέπει τηλεόραση. (σε διήγηση:) Ήταν Σάββατο ~, όταν .. Περάσαμε ένα ήρεμο/ήσυχο ~ (= βραδιά). μισθός); Λόγω της φύσης της ~άς του (= του επαγγέλματός του) .. Τι ~ κάνεις; Έχω πεθάνει/πήξει/σκοτωθεί στη ~. Κάθε μέρα η ίδια ρουτίνα, σπίτι-~, ~-σπίτι. Άργησα/πάω στη ~ μου (π.χ. στο γραφείο μου). 2. αμειβόμενη ή μη δραστηριότητα που συνεπάγεται σωματική ή διανοητική προσπάθεια για την παραγωγή έργου ή αγαθού: βαριά/δημιουργική/εθελοντική/κοπιαστική/νόμιμη/ομαδική/παράνομη/πνευματική ~. Έχει γίνει/κάνει άριστη/επιστημονική/μεθοδική/ουσιαστική/προσεγμένη/υποδειγματική ~. Έχω ~ τώρα, δεν μπορώ να σου μιλήσω (= είμαι απασχολημένος). Έργο που έχει/θέλει ~ για να τελειώσει. Μηχάνημα που κάνει/είναι κατάλληλο για τη ~ που το θέλω. Έχω cas καζινο δωρεαν περιστροφεσ πολλές ~ές να κάνω (= πολλά πράγματα). Έχει μπλέξει σε παράνομες/ύποπτες ~ές (= υποθέσεις· πβ. δυσαρέσκειας) Αυτή η ~ θα γίνεται συνέχεια (: αυτό το πράγμα); Βλ. γυναικο~, ερωτο~, φτηνο~, χαμαλο~, χοντρο~, ψευτο~, ψιλο~.3. (κατ' επέκτ.) το αποτέλεσμα της συγκεκριμένης δραστηριότητας· έργο: επαγγελματική/ερασιτεχνική/ποιοτική/πρόχειρη (= προχειρο~)/πρωτοποριακή ~. (για τραγουδιστή:) Κυκλοφόρησε η νέα του προσωπική (/δισκογραφική) ~ (= άλμπουμ, σιντί). Θεατρική (= παράσταση)/κινηματογραφική (= ταινία)/σκηνοθετική/συγγραφική (= βιβλίο) ~. Να αποθηκεύεις τη ~ σου/να κρατάς αντίγραφα της ~άς σου (= της εργασίας σου).4. στον επιχειρηματικό τομέα: Πώς πάνε οι ~; Πβ. : άνθρωπος της δουλειάς 1.
Αδειοδότηση και ασφάλεια
παίρνω, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα [< μεσν. (τα) {γενεθλί-ων}: η επέτειος της γέννησης κάποιου· συνεκδ. η γιορτή των γενεθλίων: δώρο/κάρτα/τούρτα ~ων. Πότε έχεις ~; Ήρθε στα ~ά μου (= στο πάρτι ~ων μου).
4. Δωρεάν φρουτάκια
(κατ΄επέκτ.) Το κατάστημα γιόρτασε τα πρώτα του ~. Τα χρυσά ~ της εταιρείας (: το χρυσό ιωβηλαίο, τα πενήντα χρόνια από την ίδρυσή της). & (λόγ.) διπλούς 1. που είναι δύο (σχεδόν) φορές μεγαλύτερος από κάτι, σε μέγεθος, ποσότητα: ~ός: κίνδυνος/κόπος. για ποτά ή φαγητά:) ~ός: ελληνικός (καφές)/εσπρέσο. πολύ εργατικός: ~ ~ και του µόχθου. 2. επαγγελματίας: Τις επισκευές τις αναλαμβάνει ~ ~., βρόμικη δουλειά βλ. βρόμικος, δουλειές του σπιτιού βλ. σπίτι ● ΦΡ. ): (λες και) δεν είχα τίποτα καλύτερο να κάνω: Ναι, άλλη ~ ~ από το να ασχολούμαι μαζί του! , (κάνει) χρυσές δουλειές: για πρόσωπο που κερδίζει πολλά χρήματα από τις δραστηριότητές του ή για επιχείρηση που αποφέρει πολλά έσοδα: Έμπορος/κατάστημα που κάνει ~ ~. ): αφήνω ανολοκλήρωτο έργο που έχω αναλάβει: ~ ~ θα κάνουμε τώρα;, (την) κάνει (μια χαρά) τη δουλειά/(τη δουλίτσα) του (λόγ.)1. (για συσκευή, μηχανή) συνεχίζει να λειτουργεί καλά παρά την παλαιότητά του: Ο υπολογιστής είναι παμπάλαιος, αλλά ~ ~.2. συνυποδ.) που πραγματοποιεί τον σκοπό του, χωρίς να υπολογίζει το κόστος: Την έκανε ~ ~., για όλες τις δουλειές (προφ.) 1. για κάποιον που χρησιμοποιείται σε πολλές και διαφορετικές εργασίες: Είναι άνθρωπος/παιδί ~ ~· καθαρίζει, πλένει, πληρώνει τους λογαριασμούς .. Πβ. 2. ποικίλων χρήσεων ή με πολλές λειτουργίες: εργαλείο/μηχάνημα ~ ~ (ΣΥΝ. πολυεργαλείο, πολυμηχάνημα)., δεν είναι δική σου δουλειά (προφ. ): μην ασχολείσαι με κάτι: Μη σε νοιάζει, ~ ~ τι θα κάνω. ~ ~ να .. Δε μ' ενδιαφέρει το θέμα, δεν είναι δική μου δουλειά., δουλειά δεν είχαμε, (και) δουλειά βρήκαμε (ειρων. δυσαρέσκειας): για βαρετή ή κουραστική υποχρέωση που παρουσιάστηκε ξαφνικά και γίνεται δεκτή με δυσθυμία: ~ ~ πρωί πρωί! αγγαρεία., δουλειά δεν είχε ο διά(β)ολος και .. (λαϊκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος ασχολείται με κάτι βαρετό, κουραστικό, άσκοπο ή εξεζητημένο, προκαλώντας συνήθ. προβλήματα στους άλλους., δουλειά του ποδαριού (προφ.) 1. περιστασιακή απασχόληση, ευκαιριακή εργασία: Κάνει διάφορες ~ές ~ για να τα φέρει βόλτα. απαιτητική δουλειά: Έχουν ανοίξει ~ ~., η δουλειά/καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή: & η δουλειά ντροπή δεν έχει: κάθε επάγγελμα είναι αξιοσέβαστο., κάνε (τη) δουλειά σου (προφ.)1. & κοίτα/κοίταξε τη δουλειά σου: να ασχολείσαι με τα δικά σου θέματα, τις δικές σου υποθέσεις: ~ ~ και μην ανακατεύεσαι! Κάνω/κοιτάζω ~ μου χωρίς να ενοχλώ κανέναν. 2. συνέχισε αυτό με το οποίο ασχολείσαι: Άσε την κουβέντα και ~ ~. ~ ~ ανενόχλητος/ελεύθερα/σαν να μην είμαι εδώ., κάνω τη δουλειά μου (προφ. ): διεκπεραιώνω, φέρνω σε πέρας μια εργασία: Χρειάζομαι χρόνο και τα κατάλληλα εργαλεία για να μπορέσω να ~ ~ σωστά. (κατ' επέκτ.) Άσε μας να ~ουμε ~ μας (= να δουλέψουμε, μη μας ενοχλείς)., πιάνω δουλειά 1. ξεκινώ να δουλεύω (κάπου): Πότε ~εις ~; Έπιασε ~ σε τουριστικό γραφείο. 2. αρχίζω να ασχολούμαι με κάτι εντατικά και με ζήλο: Μην κάθεστε καθόλου και πιάστε ~ αμέσως!, στρώνω κάποιον/στρώνομαι στη δουλειά (προφ. ): κάνω κάποιον να δουλέψει σκληρά ή ξεκινώ να δουλεύω σκληρά: Ο νέος προπονητής έστρωσε τους παίκτες ~.
| Γενική ονομασία (ΕΛ) | Κύρια ονομασία (EN) | Εναλλακτική/Ποικιλία (EN) | Παραλλαγή |
|---|---|---|---|
| Σταφύλι | Grape | Raisin (αφυδατωμένο) | Προϊόν επεξεργασίας |
| Φουντούκι | Hazelnut | Cobnut, Filbert | Ποικιλίες/περιοχές |
| Καρύδα | Walnut | English walnut, Persian walnut | Είδη |
| Δαμάσκηνο | Plum | Prune (αφυδατωμένο) | Προϊόν επεξεργασίας |
| Μπανάνα | Banana | Plantain (μαγειρική ποικιλία) | Τύπος/Χρήση |
~θηκε ~ με κέφι/όρεξη., τη βλέπω τη δουλειά (αργκό): προβλέπω, διαβλέπω κάτι, συνήθ.
- Με ξινή γεύση: lemon, lime, grapefruit, cranberry
- Για σαλάτες φρούτων: apple, pear, grapes, orange segments
- Πολύ μικρά μούρα: blueberry, blackberry, raspberry, currant
- Συχνά σε κονσέρβες: peach, pear, pineapple, fruit cocktail
αρνητικό: Μαζί θα το φάμε το ξύλο, ~ ~!, την έκανε τη δουλειά (αργκό): προξένησε βλάβη, κακό: Μας ~ ~!, τι δουλειά έχει; (προφ., ως έκφρ. δυσαρέσκειας) 1. για ανάμειξη κάποιου σε ξένες υποθέσεις: ~ ~ με τη δική μου ζωή/να μπαίνει στα δικά μου χωράφια; 2.
- Ψυχαγωγία και Υπεύθυνο Παιχνίδι στο Διαδίκτυο
- Φρουτάκια με Μπόνus Πολλαπλών Επιπέδων
- Φρουτακια Δωρεαν Χωρις Εγγραφη
- Καλύτερες στοιχηματικές εταιρίες στην Ελλάδα 🥇
- Αποδόσεις και αναλύσεις για πρωταθλήματα Ελλάδας
- Bonus senza deposito Casino e Slot immediati, le offerte di benvenuto 2026
- Casinos Sin Licencia en España – 2026
